Menu

Σεραφείμ Κοτρώτσος: Νίκες και ήττες

Φον Κλαούζεβιτς και Σουν Τζου, οι δυο πιο γνωστοί θεωρητικοί του πολέμου, αν και με διαφορά αρκετών αιώνων, συμφωνούσαν στο ότι «η μόνη νίκη που είναι βεβαία είναι η τελευταία», αφού, όλες οι άλλες μπορούν να αμφισβητηθούν στο πεδίο της επόμενης μάχης.

Ο Κινέζος φιλόσοφος, ωστόσο, που είχε εμβαθύνει εντυπωσιακά στην «ψυχολογία της μάχης», έλεγε πως «οι μεγαλύτερες νίκες έρχονται από μάχες που δεν δόθηκαν και πως οι σπουδαιότεροι στρατηγοί δοξάστηκαν επειδή φρόντισαν να μην πολεμήσουν σε ένα πόλεμο που θα έχαναν και κράτησαν τον στρατό τους ακέραιο για την κατάλληλη στιγμή που θα υπήρχαν πολλές περισσότερες προϋποθέσεις για νίκη».

Η λίστα Βαρουφάκη, όπως παγκοσμίως είναι, πλέον, γνωστή, αποτελεί ένα “case of study” πολέμου. Εάν κανείς μπει στη διαδικασία να την συγκρίνει με όσα προεκλογικά διακήρυττε ο ΣΥΡΙΖΑ καταλήγει εύλογα στο συμπέρασμα πως πρόκειται για υποχώρηση και ήττα. Εάν, όμως, την συγκρίνει με τις αξιώσεις που είχε διατυπώσει η τρόϊκα από την κυβέρνηση Σαμαρά και με σχετική βεβαιότητα θα τις αποδεχόταν εάν είχε επανεκλεγεί στις 25 Ιανουαρίου, τότε πρόκειται για νίκη ευρύτατων διαστάσεων.

Αλλά και με το mail Χαρδούβελη να την συγκρίνει κάποιος αντιλαμβάνεται πως υπάρχουν μεγάλες και ουσιώδεις διαφορές.

Όλα, λοιπόν, είναι σχετικά και δεν πρέπει να προσεγγίζονται ούτε με την ισοπεδωτική απλοϊκότητα του «άσπρου-μαύρου», ούτε, φυσικά, ως πεδίο άσκησης της οιασδήποτε «ιδεολογικής καθαρότητας».

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα εισηγήθηκε και αποδέχθηκε ένα κείμενο, με πολλά από τα σημεία του οποίου δεν συμφωνεί. Το ερώτημα είναι αν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Παρότι οι θεωρίες συνωμοσίας δεν αποτελούν το ισχυρό σημείο του γράφοντος, άπαντες γνωρίζουν πως ο Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε είχε προετοιμάσει το έδαφος για ένα blitzkrieg (αιφνιδιαστικό χτύπημα) τύπου Κύπρου. Τρεις ημέρες πριν την κατ΄ αρχήν συμφωνία της περασμένης Παρασκευής η γερμανική Frankfurter Allgemaine Zeitung έγραφε για σκέψεις περί την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (την οποία ως γνωστόν εκφράζει) με σκοπό την επιβολή περιορισμού κεφαλαίων (capital control) στις ελληνικές τράπεζες. Η φημολογία εντάθηκε μέχρι και το απόγευμα της ημέρας που συνεδρίασε το Eurogroup κι ενώ ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας βρισκόταν σε ανοικτή γραμμή με τον επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι για να μην υπάρξει σχετικό πρόβλημα.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως εάν δεν είχε επέλθει συμφωνία, το πρωί της περασμένης Τρίτης (πρώτη εργάσιμη μέρα μετά το τριήμερο της Καθαρής Δευτέρας), οι τράπεζες θα αναγκάζονταν να σκεφτούν την πιθανότητα περιορισμού στις αναλήψεις.

Είτε επρόκειτο να συμβεί κάτι τέτοιο, είτε όχι, η ελληνική κυβέρνηση λειτούργησε υπό αυτή τη δαμόκλειο σπάθη, φοβούμενη έναν άνευ προηγούμενο οικονομικό-κοινωνικό πανικό.

Τα μισόκλειστα ATM θα ήταν, άραγε, νίκη ή ήττα;

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι σχετικά απλά μέσα στην πολυπλοκότητά τους.

Πρώτον, η κυβέρνηση έχασε την προεκλογική της «αγνότητα» και ήδη το πληρώνει με τις αντιδράσεις του Μανώλη Γλέζου, του Παναγιώτη Λαφαζάνη και άλλων που εκπροσωπούν τις συνιστώσες του «μικρού ΣΥΡΙΖΑ» -εκείνου που θα δυσκολευτεί πολύ να κατανοήσει τη διαφορά της καταγγελτικής ή και ακτιβιστικής αντιπολίτευσης με την εποικοδομητική συμπολίτευση.

Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έλαβε στις 25 Ιανουαρίου «εντολή ρήξης και εξόδου από την ευρωζώνη». Έλαβε εντολή σκληρής διαπραγμάτευσης και ανάταξης των χαοτικών συνθηκών του μνημονίου που άφησε η κυβέρνηση Σαμαρά.

Το κείμενο Βαρουφάκη κινήθηκε σε αυτό το πνεύμα. Διεκδίκησε όσο το δυνατόν περισσότερα, κέρδισε κάποια, έχασε κάποια άλλα.

Η αναγνώριση της ανθρωπιστικής κρίσης, η σιωπηρή συμφωνία να μπουν τέλος σε νέα μέτρα λιτότητας, η αποδοχή της ανάγκης μικρότερων εφικτών πρωτογενών πλεονασμάτων και η ανάταξη των βίαιων αλλαγών που είχαν επέλθει στα εργασιακά, είναι, αναμφισβήτητα, σημαντικές επιτυχίες.

Οι υποχωρήσεις είναι, επίσης, προφανείς. Οι ιδιωτικοποιήσεις έγιναν αποδεκτές. Η διαγραφή του χρέους μπήκε στο ντουλάπι.

Η αξιολόγηση και η αυστηρή εποπτεία παραμένουν και ο Σόϊμπλε μπορεί να επιχαίρει ότι «τσάκισε» λίγο την ψυχολογία του Τσίπρα.

Η ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, επέλεξε να κρατήσει ακέραιο –ή σχεδόν ακέραιο- τον στρατό της για την μεγάλη μάχη, εκεί προς τον Ιούνιο. Το αποτέλεσμα θα δείξει εάν έκρινε ορθώς ή όχι…

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Επένδυση")



previousΗ επιστολή του Διονύση Τσακνή στον Αλέξη Τσίπρα     Νίκος Δήμου: Το Placebo ΣΥΡΙΖΑ next
επιστροφή στην κορυφή